εμπρός /fɔːrθ/ Adverb

English
forth
Français
s'avancer / se manifester

Example

  • Ανέτειλαν [εμπρός — ανατολή/αναδύθηκε/εξέπλευσε] με την αυγή.
  • They set forth at dawn.
  • Εδώ το 'εμπρός' υπονοείται από το ρήμα της κίνησης (π.χ. 'αναδύομαι').