γενναιόδωρος /ʝen.eˈo.ðo.ros/ Επιθετικό

English
generous
Français
généreux

Example

  • Η γκαλερί ονομάστηκε από τον πιο [γενναιόδωρο χορηγό] της. (Ευγενικός / Απλόχερος / Φιλότιμος)
  • The gallery was named after its most generous benefactor.
  • Το 'χορηγός' (sponsor) ταιριάζει τέλεια με την έννοια της μεγάλης δωρεάς.