γονίδιο /ʝoˈniðio/ Noun

English
gene
Français
gène

Example

  • Το κυρίαρχο **γονίδιο** καθορίζει το χρώμα των ματιών.
  • The dominant gene determines the eye color.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η γενική έννοια της βιολογικής μονάδας.