τζετ /ˈdʒet/ NounEnglishjetFrançaisavion à réaction / jetExampleΤο ιδιωτικό τζετ (αεριωθούμενο / αεροσκάφος / αεροπλάνο) προσγειώθηκε ομαλά.The private jet landed smoothly.Το 'τζετ' είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.