Κακοποίηση / Κατάχρηση /aˈbjuːs/ (για το αγγλικό ουσιαστικό) Noun
- English
- abuse
- Français
- abus / maltraitance
Example
- Η έκθεση τεκμηρίωσε την [κατάχρηση] (κατάχρηση / κακομεταχείριση / βία) των εταιρικών πόρων.
- The report documented the abuse of company resources.
- Εδώ το 'κατάχρηση' ταιριάζει καλύτερα για πόρους.