καπνός /kapnós/ Noun
- English
- tobacco
- Français
- tabac
Example
- Το κατάστημα πουλάει ποικιλία από [καπνός: φύλλα / καπνός: χύμα / καπνός: τσιγάρα] προϊόντα.
- The store sells a variety of tobacco products.
- Στα ελληνικά, το 'καπνός' καλύπτει το φυτό και το τελικό προϊόν.