καταρρέω /kataˈr:e.o/ Noun
- English
- collapse
- Français
- l'effondrement / s'effondrer
Example
- Η κατάρρευση [κατάρρευση / διάλυση / πτώση] της Σοβιετικής Ένωσης άλλαξε την παγκόσμια πολιτική.
- The collapse of the Soviet Union changed global politics.
- Εδώ τονίζεται η συστημική αλλαγή, όχι μόνο η φυσική πτώση.