Καταθλιπτικός /kataθliˈptikos/ Επιθετικό
- English
- depressed
- Français
- déprimé(e)
Example
- Μην αφήνεις τον εαυτό σου να [καταθλιμμένος / μελαγχολικός / πεσμένος] γίνει.
- You mustn't let yourself get depressed.
- Εδώ τονίζεται η ανάγκη για δράση (χτίζω/χτίσω).