κλέβω /ˈklevo/ Ρήμα

English
steal
Français
voler

Example

  • Ο παίκτης προσπάθησε να κλέψει το σκορ στο τελευταίο λεπτό.
  • Παίρνω κάτι παράνομα, χωρίς άδεια, συνήθως αντικείμενα.