Κοινωνία /koniˈa/ Noun

English
society
Français
la société

Example

  • Πιστεύει πως οι τέχνες ωφελούν την {κοινωνία} στο σύνολό της.
  • She believes that the arts benefit society as a whole.
  • Η λέξη 'κοινωνία' εδώ καλύπτει όλο το φάσμα των πολιτών.