Κομμάτι / Τεμάχιο /tʃʌŋk/ Noun
- English
- chunk
- Français
- un bloc / une bonne tranche
Example
- Έκοψε ένα [κομμάτι] σοκολάτας. (Η φράση 'έκοψε ένα κομμάτι' είναι η πιο φυσική.)
- He broke off a chunk of chocolate.
- Το 'κομμάτι' είναι η πιο γενική και ασφαλής επιλογή.