κλωτσιά /kik/ Noun

English
kick
Français
botter / lancer

Example

  • Η πρώτη κλωτσιά του αγώνα ήταν καθοριστική.
  • The first kick of the game was decisive.
  • Το «κλοτσίδι» εδώ είναι πιο αθλητικό και άμεσο.