Έλεγχος / Αυτοσυγκράτηση (ψυχολογικά) & Λαβή / Σφίξιμο (φυσικά) /ɡrɪp/ Ουσιαστικό
- English
- grip
- Français
- emprise / poigne
Example
- Χαλάρωσε το [πιάσιμο/κράτημα] της στο κιγκλίδωμα.
- She loosened her grip on the railing.
- Εδώ εννοείται η φυσική δύναμη συγκράτησης.