Κατοχή /kaˈtoçi/ Noun
- English
- possession
- Français
- la possession
Example
- Στους κρατούμενους δεν επιτρεπόταν κανένα προσωπικό [κτήμα] (ιδιοκτησία / περιουσία / αγαθό).
- Prisoners were allowed no personal possessions.
- Το 'κτήμα' εδώ είναι πιο επίσημο από το 'πράγμα'.