Οικοδόμηση /ikoˈðomisi/ NounEnglishbuildingFrançaisbâtimentExampleΤο νέο κτίριο γραφείων είναι πολύ μοντέρνο.The new office building is very modern.Το 'κτίριο' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για κάθε είδους δομή.