λίγο /ˈliɣo/ Noun

English
bit
Français
un peu

Example

  • Η σούπα είναι ένα **λίγο** αλμυρή.
  • The soup is a bit salty.
  • Εδώ το «λίγο» αντικαθιστά το «bit» ως ποσότητα.