πεινάω / λιμοκτονώ /piˈnao/ (πεινάω) Verb
- English
- starve
- Français
- mourir de faim / souffrir de la faim
Example
- Τα ζώα αφέθηκαν να [λιμοκτονήσουν] μέχρι θανάτου.
- The animals were left to starve to death.
- Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο (λιμοκτονήσουν) για να δηλώσει το αποτέλεσμα.