μάρκετινγκ /ˈmarke.tiŋk/ Noun
- English
- marketing
- Français
- la mercatique
Example
- Έχει πτυχίο στο [μάρκετινγκ] — η δουλειά της είναι να κάνει τα προϊόντα να 'πουλάνε'.
- She has a degree in marketing.
- Το 'μάρκετινγκ' είναι ο καθιερωμένος όρος, ακόμα και σε πτυχία.