Μεγάλος /ɡreɪt/ Adjective
- English
- great
- Français
- formidable
Example
- Η ομάδα πέτυχε μια μεγάλη νίκη ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. (μεγάλη / σπουδαία / τέλεια)
- The team achieved a great victory against all odds.
- Το 'μεγάλη' εδώ τονίζει το μέγεθος της επιτυχίας.