μετάλλιο /meˈtaʎo/ NounEnglishmedalFrançaismédailleExampleΜε περηφάνια κατέδειξε το χρυσό της **μετάλλιο**.She proudly displayed her gold medal.Η λέξη 'κατέδειξε' (displayed) δίνει έμφαση στην προβολή του επιτεύγματος.