μεταμορφώνω /metamórfoː/ Verb
- English
- transform
- Français
- transformer / se réinventer
Example
- Η νέα αρχιτεκτονική [μεταμόρφωσε / μεταπλάθει / αλλάζει ριζικά] το τοπίο της πόλης.
- The new lighting transformed the room.
- Εδώ τονίζεται η ορατή, δομική αλλαγή.