Μετατροπή /metatropí/ Noun
- English
- conversion
- Français
- transformation
Example
- Η **μεταμόρφωση** (αλλαγή / μεταμόρφωση / μεταστοιχείωση) του παλιού αχυρώνα σε στούντιο ήταν ένα τεράστιο έργο.
- The conversion of the old barn into a studio was a massive project.
- Εδώ τονίζεται η δομική αλλαγή, οπότε 'μεταμόρφωση' είναι πολύ ζεστό.