μίσος /miˈsos/ Noun
- English
- hatred
- Français
- la haine
Example
- Το βλέμμα του ήταν γεμάτο έντονο μίσος (σπλάχνο / σπαραγμό / φθόνο) για μένα.
- He looked at me with intense hatred.
- Το «σπλάχνο» εδώ υποδηλώνει ενδόσθια, βαθιά οδύνη που εκδηλώνεται ως μίσος.