Μισθός /miˈsθos/ Noun
- English
- salary
- Français
- salaire
Example
- Η ετήσια [μισθός / αμοιβή / αποζημίωση] της είναι εξήντα χιλιάδες ευρώ.
- She earns an annual salary of $60,000.
- Στην Ελλάδα, ο ετήσιος μισθός αναφέρεται συχνά ως 14 μισθοί (12 μηνών συν δώρα).