νόστιμο /ˈnostimos/ Adjective

English
delicious
Français
délicieux

Example

  • Ποιος το μαγείρεψε; Είναι πραγματικά **νόστιμο** (απολαυστικό / εξαιρετικό / ευχάριστο).
  • Who cooked this? It's absolutely delicious.
  • Το 'νόστιμο' είναι η πιο κοινή και ζεστή επιλογή.