προσέχω / παρατηρώ /proˈse.xo/ Noun

English
notice
Français
remarquer / avis

Example

  • Υπήρχε μια [Ανακοίνωση] στον πίνακα που έλεγε ότι η τάξη ακυρώθηκε.
  • There was a notice on the board saying the class had been cancelled.
  • Η 'Ανακοίνωση' είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για επίσημο γραπτό μήνυμα.