ΟΛΙΚΟΣ /o.liˈkos/ Adjective

English
total
Français
complet / entier

Example

  • Ήταν μια ολική καταστροφή [ολική / πλήρης / ολοκληρωτική] — το Netflix το έδειξε σε ντοκιμαντέρ.
  • It was a total disaster.
  • Εδώ τονίζεται η έκταση της ζημιάς.