Όριο /ˈo.ri.o/ Noun
- English
- boundary
- Français
- limite
Example
- Ο ποταμός λειτουργεί ως φυσικό [όριο] (σύνορο / οριοθέτηση / γραμμή) ανάμεσα στα δύο κράτη.
- The river serves as a natural boundary between the two states.
- Το «όριο» εδώ είναι γεωγραφικό, αλλά το «σύνορο» είναι πιο συχνό για χώρες.