δικός μου / κατέχω /ðiˈkos mu/ AdjectiveEnglishownFrançaispropreExampleΉταν δική της ιδέα να ξεκινήσει το έργο.It was her own idea to start the project.Χρησιμοποιείται το 'δική της' (θηλυκό) για να τονίσει την πρωτοβουλία.