παράνομος /paˈra.no.mos/ Adjective

English
illegal
Français
illégal

Example

  • Είναι **παράνομο** να παρκάρεις μπροστά σε πυροσβεστικό κρουνό.
  • It is illegal to park in front of a fire hydrant.
  • Η λέξη 'παράνομο' εδώ είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο (το παράνομο).