Περιφερειακός /perifeɾʝaˈkos/ Adjective
- English
- regional
- Français
- régional
Example
- Το περιφερειακό αεροδρόμιο εξυπηρετεί κυρίως εσωτερικές πτήσεις.
- The regional airport handles mostly domestic flights.
- Εδώ το 'περιφερειακός' είναι ο πιο επίσημος και ακριβής όρος.