περισσευούμενος /ɪkˈsɛs/ AdjectiveEnglishexcessFrançaisl'excès / excessifExampleΗ [περισσευούμενη τροφή] αποθηκεύεται ως λίπος.Excess food is stored as fat.Εδώ το 'περισσευούμενη' είναι πιο φυσικό από το 'υπερβολική'.