διαβόητος /ði.aˈvo.i.tos/ Adjective
- English
- notorious
- Français
- tristement célèbre
Example
- Ο περιβόητος ληστής συνελήφθη την αυγή. [περιβόητος ληστής / κακόφημος / διαβόητος] — Ο παλιός κακοποιός έγινε θρύλος της νύχτας.
- The notorious outlaw was captured at dawn.
- Το 'περιβόητος' ταιριάζει τέλεια σε ιστορικά ή εγκληματικά πλαίσια.