πίστωση / εύσημα /piˈstosi/ Noun
- English
- credit
- Français
- crédit
Example
- Το μαγαζί επιτρέπει στους πελάτες να αγοράζουν είδη με [INLINE SYNONYMY: πίστωση (χρηματική / αναγνώριση / αξία)].
- The store allows customers to buy items on credit.
- Εδώ εννοείται η δυνατότητα αγοράς με αναβολή πληρωμής.