Στο φουλ /fúl/ Adjective

English
full
Français
plein

Example

  • Το στάδιο ήταν **γεμάτο** (πλήρες, γεμάτο) από ζητωκραυγάζοντες φιλάθλους.
  • The stadium was full of cheering fans.
  • Το 'γεμάτος' είναι πιο συχνό για φυσικούς χώρους.