ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ /evʝeˈnikos/ Adjective

English
civil
Français
courtois / respectueux

Example

  • Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ευρεία [πολιτική / αστική] αναταραχή.
  • The government is facing widespread civil unrest.
  • Εδώ το 'πολιτικός' (civil/political) είναι πιο συχνό για αναταραχές.