πολιτικός /poliˈtikos/ Noun
- English
- politician
- Français
- homme/femme politique
Example
- Ο [πολιτικός] έδωσε μια θερμή ομιλία στο Σύνταγμα.
- The politician campaigned across the state.
- Η λέξη είναι ουδέτερη, αλλά ο τόνος της ομιλίας καθορίζει την αντίληψη.