πρέπει /ˈprebi/ Verb

English
have_to
Français
devoir / il faut que

Example

  • Πρέπει να φύγουμε νωρίς για να προλάβουμε το τρένο.
  • We have to leave early to catch the train.
  • Το «πρέπει» είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.