Πρόβλεψη /proˈvlepsi/ Noun

English
forecast
Français
prévision

Example

  • Οι προβλέψεις των πωλήσεων είναι ενθαρρυντικές.
  • The sales forecasts are encouraging.
  • Εδώ η 'πρόβλεψη' είναι ο πιο φυσικός όρος για επιχειρηματικά δεδομένα.