προάστια /proˈastia/ Noun

English
suburb
Français
la banlieue

Example

  • Μένουν σε ένα ήσυχο **προάστιο** του Λονδίνου.
  • They live in a quiet suburb of London.
  • Το «ήσυχο» δίνει την αίσθηση της γαλήνης, μακριά από το χάος.