προσφορά /proˈsfora/ Ουσιαστικό

English
bid
Français
offre

Example

  • Η εταιρεία έκανε [προσφορά] για τη σύμβαση.
  • The company made a bid for the contract.
  • Εδώ η «προσφορά» είναι η επίσημη πρόταση.