ψυχή /p͡sɨˈçi/ Noun

English
soul
Français
âme

Example

  • Πίστευε πως η αθάνατη [ψυχή] του βρισκόταν σε κίνδυνο.
  • He believed his immortal soul was in peril.
  • Εδώ τονίζεται η θρησκευτική/φιλοσοφική διάσταση.