καταγραφή /rɪˈkɔːrd/ (για το ρήμα) Noun
- English
- record
- Français
- enregistrement / consigner
Example
- Πρέπει να κρατάς ένα [καθολικό καταγραφής] των εξόδων σου.
- You should keep a record of your expenses.
- Εδώ χρησιμοποιείται το 'καταγραφή' ως αρχείο, όχι επίδοση.