σαρώνω /saˈroɲo/ Verb

English
sweep
Français
balayer

Example

  • Πρέπει να **σαρώσω** (Σαρώνω / Σκουπίζω / Καθαρίζω) την αυλή, έχει πολλή σκόνη.
  • I need to sweep the patio.
  • Το 'σαρώνω' είναι πιο επίσημο/δυναμικό από το 'σκουπίζω' για εξωτερικούς χώρους.