φοβάμαι /foˈva.mi/ Adjective
- English
- scared
- Français
- avoir peur
Example
- Οι διαρρήκτες [τρομαγμένος / τρομοκρατημένος / παγωμένος] και έφυγαν τρέχοντας.
- The thieves got scared and ran away.
- Εδώ χρησιμοποιείται το παθητικό μέλλοντα του ρήματος τρομάζω.