Σκέψη /ˈskepsi/ NounEnglishthoughtFrançaisla penséeExampleΜου ήρθε μια ξαφνική Σκέψη (ενθύμηση / ιδέα / λογισμός) για τα σχέδιά μας για το ταξίδι.I had a sudden thought about our travel plans.Εδώ η 'σκέψη' είναι στιγμιαία, σαν σπίθα.