σκουλήκι /skuˈlʲici/ Noun
- English
- worm
- Français
- ver
Example
- Η κοθριό [σκουλήκι / σκουλήκι του χώματος / έρπων] τράβηξε ο κοτσύφι από την υγρή γη.
- The robin pulled a worm from the damp earth.
- Το 'κοθριό' είναι μια πιο ποιητική, λιγότερο συχνή λέξη για το σκουλήκι.