στερεότυπο /stɛrɪˈo.ti.po/ Noun
- English
- stereotype
- Français
- stéréotype
Example
- Οι πολιτισμικές **προκαταλήψεις** (στερεότυπα) μπορούν να είναι πολύ επιζήμιες.
- Cultural stereotypes can be very damaging.
- Εδώ το 'στερεότυπο' λειτουργεί ως 'προκατάληψη' (bias).