Πίεση /piˈesi/ Noun

English
stress
Français
le stress

Example

  • Καταφέρνει να διαχειριστεί το **στρες** της καθημερινότητας με διαλογισμό.
  • She manages her stress through daily meditation.
  • Το 'διαχειρίζεται' (από το διαχειρίζομαι) είναι η μαγική λέξη εδώ.