Περιβάλλον / Τα γύρω /periˈvallo/ Adjective
- English
- surrounding
- Français
- environnant(e)
Example
- Η Οξφόρδη και τα γύρω μέρη είναι πλούσια σε ιστορία.
- Oxford and the surrounding area are rich in history.
- Το 'μέρη' εδώ υπονοεί την περιοχή, όχι μόνο κτίρια.